Νικόλας Γκίμπης – Ένα σπάνιο εμπόρευμα

Για την άνοδο και την πτώση της εργασίας

Aν δε βρούμε δουλειά, καλά.
Αν βρούμε, τι θα κάνουμε;

Ανωνύμου

Ι
Μια κοινωνία εργαζομένων χωρίς εργασία

Όταν η σιωπή που περιβάλλει την ανεργία σπάει, τότε ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή αμηχανία, με μια έλλειψη ίσως ερμηνευτικών σχημάτων και αναλυτικών κατηγοριών ικανών να συσχετίσουν το ανθρωπολογικό με το οικονομικό, το συγκεκριμένο με το αφηρημένο, την ψυχική κατάσταση με την αριθμητική καταμέτρηση. Αποτέλεσμα αυτής της αμφισημίας των λογικών σχηματισμών είναι μια αδυναμία διαύγασης των αιτιών και των αιτιατών της μαζικής ανεργίας, που σαν φαινόμενο παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το σίγουρο είναι πως υπάρχει μια συμπάθεια και μια αγωνία για τους ανέργους, όσο είναι απομακρυσμένοι στον αρκτικό πόλο των στατιστικών στοιχείων, μια προσπάθεια να θυματοποιηθούν και ίσως μέσω αυτής της διαδικασίας να γίνουν και όπλο καταγγελίας ενάντια στις κυβερνητικές πολιτικές. Όμως, όταν η έκφραση της αφηρημένης λύπησης αποκτά σάρκα και οστά και εντοπίζεται μέσα στην κόλαση του πραγματικού, τότε οι όροι αντιστρέφονται. Εκεί που το πρόβλημα αρχίζει να σκουντάει τους ενσωματωμένους στην αγορά εργασίας, τότε είναι αναγκαία η εμφάνιση ενός ιδεολογικού αμυντικού μηχανισμού που θα μεταβιβάσει στους ανέργους όλα τα άγχη και όλη την πίεση της οικουμένης, ξεκινώντας από αιτιάσεις περί ατυχίας, προσωπικής ανεπάρκειας και έλλειψης εργασιακής πείρας και καταλήγωντας σε μια αντιπαρασιτολογική κλινική μελέτη που σκοπεύει στην κάθαρση του σώματος από το μικρόβιο της «τεμπελιάς». Κατ’ αυτό τον τρόπο διεκπεραιώνεται και η περίφραξη του προβλήματος της ανεργίας στην ιδιαίτερη κατηγορία των ανθρώπων που βρίσκονται εντός της: είναι η στιγμή που ο πιο ακραίος υποκειμενισμός εμπεδώνεται σαν κοινωνικό αντίδοτο, σαν δίχτυ προστασίας των άμεσων ανταγωνιστών των ανέργων προκειμένου να μεταμφιεσθεί με μια, έστω και παροδική, ανακούφιση ο κατά τ’ άλλα διαρκής κίνδυνος που βλέπει κάποιος στα θαμπά τζάμια απ’ τις ανάσες τους, καθώς γρατζουνάνε τα παράθυρα. Άλλωστε, στο κάτω κάτω, με την ανεργία να διακηρύσσεται δημόσιος κίνδυνος τότε και ο καθένας αντιμετωπίζεται ως δυνητικός εχθρός, έτοιμος να πετάξει κάποιους άλλους έξω απ’ τα παράθυρα που χωρίζουν τον λαμπρό κόσμο της εργασίας από τις χωματερές ανθρώπινων απορριμμάτων.

Η ανθρωπότητα έχει ξαναπεράσει από αυτές τις συμπληγάδες, ειδικότερα στη φάση της βιομηχανικής επανάστασης ή καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Ως προς αυτό τίποτα καινοφανές. Όμως, ίσως να είναι η πρώτη φορά που η ανεργία δεν αντιμετωπίζεται ως μια προσωρινής μορφής ανωμαλία αλλά ως σημείο εκκίνησης και δομικό στοιχείο της νέας οικονομίας. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη αυτή τη λεπτομέρεια, βλέπουμε πως στην κοινωνία των παραγωγών, που σημάδεψε τον ερχομό του καπιταλισμού, οι άνεργοι θεωρούνταν ένας στρατός εφεδρείας, ανά πάσα στιγμή έτοιμος να ριχθεί στα βαθιά νερά της βιομηχανικής παραγωγής προκειμένου να συμβάλει με τη δύναμη του μόχθου του στην οικονομική απογείωση και κατ’ επέκταση στην κοινωνική πρόοδο. Δεν ισχύει το ίδιο και για την κοινωνία της κατανάλωσης. Εδώ οι άνεργοι δεν συγκροτούν από κοινού με τους εργάτες μια κοινή τάξη με κοινούς ρόλους και κοινούς σκοπούς μέσα σε μια συμπαγή παραγωγική δομή· μακράν του να συνθέτουν μια κοινωνική τάξη μέσα από την αλληλεπίδραση ανέργων και ενεργών παραγωγών, οι άνεργοι στις εξατομικευμένες, ελαστικές, ευέλικτες και πλήρως τεμαχισμένες συνθήκες που προκαλεί η ναρκισσιστική κουλτούρα αντιμετωπίζονται ως έκπτωτοι απ’ την τάξη αυτών που εργάζονται, déclassés, πλεονάζοντες, ελαττωματικοί καταναλωτές. Παράλληλα, πράγμα εξίσου σημαντικό, είναι έκπτωτοι και απ’ τη συστημική τάξη πραγμάτων που καταμερίζει το σύνολο των αναγκαίων θέσεων και ρόλων για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της κοινωνίας, οι υπερτροφικοί της λιτοδίαιτης από ανθρώπινη σάρκα παραγωγικής διαδικασίας, τα αναπόφευκτα απόβλητα που δημιουργούν τα εργοτάξια της οικονομικής ανάπτυξης που, καθώς τους έχει αφαι ρεθεί κάθε αξία χρήσης, οφείλουν να καταλήξουν στις χωματερές[1].

Υπάρχει επομένως ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ του παραγκωνισμού της ανεργίας ως κοινωνικών διαστάσεων πρόβλημα απ’ τη δημόσια συζήτηση -πέραν φυσικά μερικών σχολίων υποκριτικού φιλανθρωπισμού που δεν κοστίζουν τίποτα- με τον εγκλωβισμό του ατόμου εκτός των κοινών τόπων της ζωής όπου, μέσα σ’ αυτές τις εφιαλτικές συνθήκες ανασφάλειας και αβεβαιότητας, καλείται να βρει βιογραφικές λύσεις για ένα πρόβλημα που το προσπερνά και το υπερβαίνει, που αν μη τι άλλο λαμβάνει συστημικά χαρακτηριστικά[2]. Η περιθωριοποίηση της ανεργίας απ’ τις μεγάλες ιδεολογικές μάχες, η πεποίθηση δηλαδή πως συνιστά απλά μια ατυχή και ήσσονος σημασίας συγκυρία που θα επιδιορθωθεί κατόπιν της εορτής που ακούει στο όνομα «οικονομική ανάπτυξη», συμβαδίζει με την κατάτμηση των ανθρώπινων σε απομονωμένους ιδιώτες, ακρωτηριάζοντας κάθε ενδεχόμενο ενότητας της άμεσης εμπειρίας αυτού που συμβαίνει με μια υψηλότερης μορφής πολιτική και διανοητική οργάνωση του συλλογικού βίου. Μέσα σ’ αυτή την πλήρη αδυναμία αυτοοργάνωσης έστω και στο περιθώριο είναι μόνο υπό τη σκέπη του στατιστικού συγκεντρωτισμού όπου μπορεί να γίνεται λόγος για τους ανέργους ως ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία ή ευπαθή πληθυσμιακή ομάδα. Κατά τ’ άλλα, στη ζωή της πραγματικής καθημερινότητας, στις ουρές του ΟΑΕΔ, στις ικεσίες που ακούγονται στα γραφεία ευρέσεως εργασίας και στις συνεντεύξεις με τους επίδοξους μελλοντικούς εργοδότες, μοναχικά και σιωπηρά ο καθένας επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις προκειμένου να βρει μια λύση στο πρόβλημα όχι της ανεργίας αλλά της δικής του ανεργίαςμε σκοπό να δραπετεύσει, μέχρι νεοτέρας, απ’ τους υπονόμους[3].

Η μεταμόρφωση, λοιπόν, της ανεργίας σε ένα «ιδιωτικό πρόβλημα» το οποίο οφείλει να παραμείνει εντός των τειχών του οίκου πηγάζει, σε σημαντικό βαθμό, απ’ τη συγκρουσιακή σχέση μεταξύ εργασίας και ανεργίας στην εποχή της εξατομίκευσης των κοινωνικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα μια νέα ποιότητα να αρχίζει να ριζώνει στις σχέσεις εργασίας. Ανεργία και εργασία δεν συγκροτούν τις δύο όψεις του ίδιου προβλήματος, δηλαδή τη θεμελιώδη αντίφαση της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής τόσο στο να αποκλείει τον ανθρώπινο παράγοντα για να τον αντικαταστήσει απ’ τη νεκρή εργασία της μηχανής, όσο και στο να αναζητά διακαώς την ενεργό συμμετοχή και την ευφυΐα του που θα επιτρέψουν στην παραγωγή να λειτουργήσει. Σήμερα, αντιθέτως, όπως φαίνεται, η επαναφορά της εσχατολογικής πίστης στη λειτουργία μιας αόρατης χείρας σαν απόλυτο ισοζύγιο όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων, συγκροτούν την εργασία και την ανεργία ως δυο αντιμαχόμενους πόλους πλήρως αποκομμένους ο ένας απ’ τον άλλον. Ο ενδοταξικός ανταγωνισμός, το bellum omnium contra omnes, ο αγώνας για επιβίωση ανατινάζουν τα κοινωνικά θεμέλια της συνείδησης με αποτέλεσμα τα όρια της αυτορρύθμισης στην αγορά εργασίας να βιώνονται πρωτίστως ως προσωπικό δράμα μιας ενδεχόμενης αποτυχίας για ανέλιξη ή επαγγελματική καριέρα.

Ο ξεριζωμός των κοινωνικών καταβολών των προβλημάτων, ο εξοβελισμός και η εγκατάλειψη των ανέργων κάνουν το μαρτύριο της ανεργίας να είναι γεμάτο στρες, φόβους, αϋπνίες, ψυχική ένταση, θρήνο, παραίτηση, αυτοκτονίες. Η ψυχική κατάρρευση με την οποία έρχονται αντιμέτωποι όλο και περισσότεροι άνθρωποι εξαιτίας της κατάστασής τους δίνει το έναυσμα στον ψυχολογισμό να αναλάβει δράση, να μεταμφιέσει την αδικία σε παθολογία, να μιλήσει μια ιατρική γλώσσα, να διαβεβαιώσει πως πρόκειται περί «συμπτώματος». Η εργασία, υπό αυτές τις συνθήκες, γίνεται η κατάλληλη θεραπεία στα ψυχοπαθολογικά προβλήματα του καθενός, στη δυσφορία και τη δυσανεξία του. Η δημόσια πρόνοια, το welfare, γίνεται εργασιακή πρόνοια, workfare, πρόνοια διαμέσου της εργασίας, εργασιοθεραπεία, εθελοντισμός, εθελοδουλεία. Στις μέρες μας, οι δομές πρόνοιας, τα ευρωπαϊκά προγράμματα χ ρηματοδότησης και τα εθνικά σχέδια αφορούν την επανένταξη όχι στην κοινωνία -λέγεται πως «δεν υπάρχει πλέον τέτοιο πράγμα»- αλλά στην αγορά εργασίας.

Την ώρα που χτυπάνε οι καμπάνες της κοινωνικής απορρύθμισης του αναγκαίου χρόνου για λογαριασμό της παραγωγικής διαδικασίας, παρατηρούμε το εξής παράδοξο που έρχεται να συμπληρώσει το μωσαϊκό των αντιφάσεων στις οικονομίες της αγοράς: mini jobs, εργασία εκ περιτροπής, μερική απασχόληση, «σπαστά» ωράρια, υποαπασχόληση, ημι-ανεργία, συμβάσεις έργου, voucher, κοινωφελής εργασία, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, πρακτική άσκηση, πεντάμηνα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και διαφόρων ειδών παρόμοιες στρατηγικές εργασιακού εθισμού εγκαθιδρύουν όχι τόσο πολιτικές απασχόλησης που σκοπεύουν στην εξάλειψη της ανεργίας, αλλά το ακριβώς αντίθετο, ήτοι πολιτικές καταναγκαστικής ανεργίας, πολιτικές με άλλα λόγια ορθολογικού ελέγχου της ανεργίας, με την τοποθέτησή της μέσα σε ένα οργανωμένο πλαίσιο αναπαραγωγής που θα διατηρεί μεν την «ανταγωνιστικότητα» στην αγορά εργασίας, χωρίς, όμως, να διέπεται από δυσθεώρητες αντιφάσεις που θα υποθάλπουν το ενδεχόμενο μιας κοινωνικής ανάφλεξης και ταξικής σύγκρουσης. Μερικές δόσεις εργασιακής τόνωσης άλλωστε αρκούν ώστε να δημιουργηθεί το αίσθημα πως κάποιος μεριμνά για τους ανέργους, πως τελικά «το σύστημα λειτουργεί» και πως, αν θελήσουμε κάτι πολύ, όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει ώστε να το αποκτήσουμε.

Αν και φαινομενικά μοιάζει με αντίφαση να ισχυρίζεται κανείς ότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η εργασία είναι για να αναπαράγει την ανεργία, τελικά υπάρχει ένα αόρατο νήμα που ενώνει την ψυχοθεραπευτική εργασιομανία, την ελαστικοποίηση της εργασίας και την αχαλίνωτη ανεργία που χαρακτηρίζουν την σήμερον ημέρα. Μια εποπτεία του χάσματος των γενεών και αυτής της αλλοίωσης των κοινωνικών σημασιών μπορεί να το επιβεβαιώσει. Είναι ακριβώς εξαιτίας της, προερχόμενης απ’ την ελαστικοποίηση, σχετικής αποσύνδεσης της εργασίας απ’ την υλική αναπαραγωγή, που τελικά όλο και λιγότεροι άνθρωποι ισχυρίζονται ανοιχτά πως δουλεύουν γιατί έχουν ανάγκη τα χρήματα απ’ τον μισθό που θα πάρουν, «για να τα βγάλουν πέρα». Αν εξαιρέσουμε τους παρίες των καταπιεσμένων υποτάξεων, αυτή η συνθήκη θα λέγαμε ότι αφορά μόνο στους φορντικού τύπου «παλαίμαχους» εργαζόμενους, καθώς, ως επί το πλείστον, αυτές είναι και οι κατηγορίες ανθρώπων που καλούνται καθημερινά να ασχοληθούν αποκλειστικά με τη φυσική τους ύπαρξη, με την οργάνωση του οίκου τους. Αντιθέτως, η νέα γενιά που έρχεται να στελεχώσει το εργατικό δυναμικό των καπιταλιστικών οικονομιών, όντας εμποτισμένη από τη θεραπευτική πίστη της εποχής μας, βιώνει την εργασία περισσότερο ως ζήτημα σωματικής ευεξίας και ψυχικής ισορροπίας παρά ως ικανοποίηση των, από φυσικής απόψεως, ζωτικών αναγκών ή, ακόμη περισσότερο, της ζωής του ίδιου του ανθρώπινου είδους. Η ραγδαία υποτίμηση της εργασιακής δύναμης, όπως εκδηλώνεται στη συμπίεση των χρηματικών απολαβών προς τα κάτω, στη συνακόλουθη «απελευθέρωση» του χρόνου εργασίας απ’ το οχτάωρο και στην επιμήκυνση των ορίων συνταξιοδότησης, αποτρέπει σε σημαντικό βαθμό την ανάπτυξη μιας κατάστασης οικονομικής αυτοδυναμίας, γεγονός που μεταξύ άλλων φαίνεται να τροφοδοτεί μια κατά συρροή συγκατοίκηση των νέων με τους γονείς τους με αποτέλεσμα, εφόσον κάποιοι άλλοι αναλαμβάνουν τα «προς το ζην», να παραιτούνται απ’ αυτό το αίτημα οι παραγωγικές ηλικίες και να υιοθετούν μια ηδονιστική αντίληψη περί εργασίας. Δεν διστάζουμε, επομένως, να διαφημίζουμε ακόμα και το γεγονός ότι η άμισθη εργασία είναι cool και «έχει πλάκα», ότι μας βοηθάει να γνωρίσουμε νέους ανθρώπους, μας φέρνει σε επαφή με τα όρια του εαυτού μας.

Με μια τέτοια εξύμνηση της εργασίας ήδη φαντάζει αρκετά απαιτητικό το να πληρώνεται κανείς, καθώς η μισθωτή εξάρτηση προϋποθέτει μια έχθρα προς την εργασία, την αναγνώριση ότι μόνο υπό τη θηλιά της φυσικής εξαχρείωσης θα αντάλλαζε κανείς τη ζωντάνια του. Όταν όμως το μόνο που μετράει για κάποιον είναι απλά να δουλεύει, τότε συμπυκνώνεται όλη η ματαιότητα της σύγχρονης ιδιώτευσης, διότι μόνο εφόσον πειστεί κανείς βαθιά μέσα του για την αδυναμία του να αλλάξει τις συνθήκες του κόσμου όπου ζει ή να λειτουργήσει μέσω της προσωπικής του πορείας ως ενάρετη ύπαρξη γίνεται ορατή και ικανή η υιοθέτηση στρατηγικών ψυχολογικής επιβίωσης με σκοπό να βελτιστοποιήσει τη δική του προσαρμογή μέσα στον ζόφο που τον περιβάλλει. Εξ ου και η μετατροπή της εργασίας σε «hobby», «job», ένα είδος ψευτο-απασχόλησης παραπλήσιο του jogging, της yoga, του stretching: να δημιουργούμε την εντύπωση της κινητικότητας, της αισθαντικής λειτουργικότητας, της ευελιξίας και της ελαστικότητας. Μια ελάχιστη οριακή αυτοέκφραση, κάτι απλώς για να περνάμε τον χρόνο μας και να ξεχνιόμαστε ή να αποφεύγουμε τους φόβους μας και τον εφιάλτη της ανεργίας.

Η μακρά περίοδος όπου η εργασία σχετιζόταν άμεσα με την αυτοσυντήρηση, την κοινωνικοποίηση, την αντικειμενοποίηση της ύλης, την κατασκευή ενός εμπράγματου κόσμου και την κοινωνική αναπαραγωγή δείχνει να υποχωρεί. Πλέον, αυτές οι συνθήκες μόνο δευτερευόντως σχετίζονται με τον εργασιακό βίο, καθώς αυτός ο τελευταίος περιορίζεται στη διαμόρφωση μιας υγιούς ψυχολογίας. Η προτεσταντική ηθική αποτέλεσε το υπόβαθρο ενός εγκόσμιου ασκητισμού όπου η στέρηση, η κόπωση και ο σωματικός πόνος του κάθε μεμονωμένου παραγωγού στο ατομικό επίπεδο ήταν το αναγκαίο τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί για την κοινωνική πρόοδο και ευημερία, οι οποίες δύνανται να εκπληρωθούν μέσα από τη συσσώρευση πλούτου, τη δημιουργία αποθεματικού πλεονάσματος και τη δίκαιη αναδιανομή του. Η θεραπευτική ηθική αντιθέτως οικοδομεί μια ατομικίστικη αντίληψη γύρω απ’ την εργασία, ως δραστηριότητα που πρωτίστως έρχεται να ωφελήσει το άτομο και όχι απαραίτητα την κοινότητα[4]· ο ασκητισμός μετατρέπεται σε ατομικό πρόγραμμα εξάσκησης, σε personal training. Η διείσδυση του ψυχολογισμού στην εργασία ωθεί στην ανομολόγητη σχέση της με τους καταναγκασμούς της ευτυχίας, όπως αυτοί προωθούνται από την ηδονιστική κοινωνία της κατανάλωσης. Τούτες οι εξελίξεις επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό και την ταξική πάλη, διότι εφόσον η εργασία έφτασε, αντί της συλλογικής λύτρωσης, να συμβάλει στην ατομική ευτυχία, τότε αναπόφευκτα υποχωρούν η διανεμητική δικαιοσύνη και τα αιτήματα για τη δραστική μείωση του χρόνου εργασίας προς όφελος του ελεύθερου χρόνου. Πρόκειται για μια μυστηριώδη πολτοποίηση εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου ακριβώς πάνω στη θεμελίωση της ψευδαίσθησης ότι η εργασία είναι κάτι άλλο από εργασία, ότι είναι πηγή αυτοπραγμάτωσης και γι’ αυτό τον λόγο αξίζει κανείς να εργάζεται ολημερίς και να αφιερώσει σ’ αυτήν όλο τον χρόνο του.

ΙΙ
Η ψυχή στον βωμό του μόχθου και η εργασία ως προνόμιο

Μας λένε ότι η εποχή μας είναι η εποχή της δουλειάς.
Στην πραγματικότητα, είναι η εποχή της θλίψης,
της αθλιότητας και του ξεπεσμού.

Πωλ Λαφάργκ

Έχει ιδιαίτερη αξία να εξεταστεί όσο πιο ενδελεχώς γίνεται η σχέση μεταξύ της φαντασιακής θέσμισης της εργασίας στα πλαίσια της φαρμακευτικής αγωγής και της νέας ηθικής της εργασίας που προάγει η συγκαιρινή παλινόρθωση του καπιταλισμού. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε μετά βεβαιότητας ότι δεν έχει υπάρξει άλλη εποχή με τόσο ηχηρή αποθέωση της εργασίας όσο η σημερινή: η εργασία πλέον οφείλει να λατρεύεται για τις θεραπευτικές, μαγικές και λυτρωτικές της ιδιότητες. Με την οικονομία της αγοράς να έχει αναλάβει τον μετασχηματισμό της εργασίας σε ένα νέο είδος εξουσίας που ελέγχει απόλυτα τους ανθρώπους, αυτό που τελικά τους επιφυλάσσεται ως ένταξη στην κοινωνία είναι ο ρόλος αποκλειστικά των παραγωγών και καταναλωτών τη στιγμή που ο ένας θεσμός μετά τον άλλον δείχνουν να υποχωρούν και να καταρρέουν μπρος σ’ αυτή την επιταγή. Άλλωστε, όταν θεσμοί όπως η οικογένεια, η εκπαίδευση, η φιλία δεν καταφέρνουν να υπαχθούν και να προσαρμοστούν στους κανόνες της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς, τότε αποτελούν τροχοπέδη για την πορεία της καριέρας, την ανάπτυξη του επαγγελματικού Εγώ και την εξέλιξη του εαυτού μας σε μικροσκοπική επιχείρηση. Πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου ότι η κοινωνική κινητικότητα που καθοδηγεί το όνειρο της επαγγελματικής ανέλιξης προϋποθέτει χαλαρούς και εύθραυστους δεσμούς, μακριά από συναισθηματικές φορτίσεις και ψυχική επένδυση, που μπορούν ανά πάσα στιγμή να σπάσουν. Στον εύκαμπτο και ηδονιστικό καπιταλισμό της υπερνεωτερικότητας οι σχέσεις γίνονται κυμαινόμενες, ανάλαφρες και φευγαλέες, υπακούουν στο κάλεσμα του πλανητικού νομαδισμού· το να προσκολλάται κανείς σε μια σταθερή σχέση, να αφιερώνεται στην κοινότητά του ή να συμπράττει με τους πλησίον του έχοντας μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα συνιστούν κατάρα, δείχνουν αδυναμία, προσφωνούν την καταδίκη της στασιμότητας.

Εκ πρώτης όψεως, η ευλογία της εργασίας παρουσιάζεται σαν ένα φαινόμενο που συνυπάρχει με τη γένεση του ανθρώπου, οδηγώντας τους φιλοσόφους της κλασικής πολιτικής οικονομίας όχι μόνο να την ταυτίσουν με την ανθρώπινη υπόσταση στο σύνολό της, αλλά και να την θεωρήσουν απώτατο προορισμό της ανθρώπινης κατάστασης. Κοιτώντας όμως πιο προσεκτικά την εκδίπλωση της ιστορίας, αυτή η τάση, μακράν του να προσιδιάζει στην απόκρυφη «φύση» του ανθρώπου, μάλλον εμφανίζεται, τροφοδοτείται, διογκώνεται και τελικά επικυριαρχεί μέσω της επικράτησης ενός συγκεκριμένου πνεύματος[5]. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη σύγχρονη κοινωνία όπου ο μόχθος μοιάζει να είναι το μόνο που έχει απομείνει προκειμένου να προσανατολίσει τη δραστηριότητά του ο άνθρωπος, στον αρχαίο κόσμο η εργασία λογιζόταν ως η κατώτερης μορφής ενέργεια της vita activa, η πιο εξευτελιστική και ατιμωτική συνθήκη. Ομοίως και με τον αποκαλούμενο πολιτισμό των «άγριων» κοινωνιών που αφιέρωναν ελάχιστο απ’ τον συλλογικό τους χρόνο για τον κοινωνικό μεταβολισμό[6]. Η απέχθεια για την εργασία πηγάζει απ’ το γεγονός ότι, μέσω αυτής, ο άνθρωπος κατέληγε υποζύγιο των ίδιων του των αναγκών, υποδουλωνόταν, υποχρεωνόταν σε μια βάναυση ζωή και τελικά στερούνταν την ανθρωπινότητά του, την ιδιότητα του να πράττει και να ομιλεί με τους άλλους μέσα στη δημόσια σφαίρα και να συγκροτεί ένα sensus communis μαζί τους που θα υπερβαίνει τον μεταβολισμό του καθημερινού ζόφου και θα συνθέτει μια ζωή που θα δημιουργεί σπουδαία και λαμπρά πράγματα, ικανά να τον υψώσουν πάνω απ’ το βιολογικό του επίπεδο. Η συνείδηση ότι το ανθρώπινο ον δεν εξαντλείται στην ικανοποίηση των φυσικών του αναγκών και στον κόσμο των αισθήσεων έδωσε το έναυσμα σε ένα κίνημα απελευθέρωσης απ’ τη χρείαν, με τον δαμασμό της αναγκαιότητας και την απαλλαγή απ’ την εξαχρείωση να θεωρούνται ως δυο εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις της ελευθερίας για λόγους και πράξεις, την αποκάλυψη με άλλα λόγια των ιδιοτήτων που μπορούν να καθορίσουν τη μοναδικότητα ενός προσώπου εμφανίσιμου και αναγνωρίσιμου από τους άλλους[7].

Φαίνεται να έχουμε γυρίσει σελίδα απ’ αυτή την αντίληψη, όπου η εργασία έδινε τη σκυτάλη στο σύμπαν των ανώτερων δραστηριοτήτων που όριζε η ελευθερία, αφού η πρώτη επιτελούσε το έργο της με την εκπλήρωση αποκλειστικά της ανάγκης για επιβίωση και αυτοαναπαραγωγή. Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον μιας μετάλλαξης ιστορικών διαστάσεων η οποία, παρά τις ενδιάμεσες αλλοιώσεις στις προσλαμβάνουσές της[8], συνθέτει την εξής αντίφαση στη διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ του προσανατολισμού του ηθικού υποκειμένου και των τεχνικών δυνατοτήτων που δείχνουν διαρκώς ικανές να υπερβαίνουν και να διαλύουν τη σχέση του με τις κατηγορικές προσταγές: όσο περισσότερο η ανάπτυξη του τεχνικού φαινομένου απαλλάσσει τον άνθρωπο από τον φόρτο της ενεργής ζωής, τόσο περισσότερο αυξάνεται η ζήτηση για εργασία και όλο και περισσότερο καθορίζεται η ανθρώπινη υπόσταση απ’ τις σχέσεις παραγωγής· όσο πιο πολύ απαξιώνεται η υπόσταση της εργασίας και περιθωριοποιείται απ’ τη μεγατεχνική, τις επιστημονικές μεθόδους οργάνωσης της παραγωγής, τον αυτοματισμό και την κατάργηση της προσπάθειας, τη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία δίχως την ανάγκη εργασιακής δύναμης, την αυτορρύθμιση της αγοράς, τόσο πιο πολύ κορυφώνεται η φαντασιακή επένδυση της εργασίας με αρετές χιλιαστικές και απελευθερωτικές στη θέση των υποδουλωτικών. «Arbeit macht frei», το κλειδί κατανόησης της καπιταλιστικής κοινωνίας που επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην ατελεύτητη συσσώρευση του πλούτου και την απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων[9]. Σαν τελικά από μια διεστραμμένη αντιστροφή των όρων, η εκμηδενιστική σπατάλη του ανθρώπινου όντος με τη μορφή της αδιάκοπης εργασίας θα έφερνε την οριστική ελευθερία και την αγωγή των ψυχών στην πολιτεία του Θεού, μετατρέποντας τελικά την κοινωνία σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ανθρώπινων απορριμμάτων.

Με την άρση του «δικαιώματος στην επιβίωση»[10] ξεκίνησε ένας μεγάλος κοινωνικός και οικονομικός μετασχηματισμός όπου, με πρόσχημα την καταπολέμηση της μοχθηρίας, άνοιξε μια ακόρεστη όρεξη για «ανάπτυξη», ώστε να ριχτούν οι άνθρωποι με τα μούτρα στην εργασία, να εξαναγκαστούν σε έναν εγκόσμιο παραγωγικό ασκητισμό ο οποίος αν δεν εξασφαλιζόταν δεν μπορούσε να εξασφαλίσει με τη σειρά του «τα προς το ζην» για το άτομο. Πρόκειται για την πρώιμη φάση του καπιταλισμού όπου, σύμφωνα με την απόφανση του Μαρξ στα Χειρόγραφα, οι προλετάριοι «εργάζονται για να ζουν» – πράγμα που σημαίνει πως ο εργαζόμενος εκείνης της περιόδου είχε συνείδηση της ταπείνωσης που υφίσταται, εξαναγκαζόταν από τη βία της ανάγκης στο εργοστάσιο, ήταν ακόμα διαποτισμένος από τις «τεμπέλικες» προβιομηχανικές αξίες, βίωνε με τον χείριστο τρόπο τη μετατροπή της ζωντάνιας του σε απονεκρωμένη εργασία που παράγει εμπορεύματα, αλλοτριωνόταν μέσα στο εργοστασιακό σύστημα, αλλά ανέπνεε τον αέρα της ελευθερίας, όταν έβγαινε απ’ αυτό. Αυτή η υπόρρητη σύγκρουση κορυφώθηκε μέσα από το εγγενές μίσος για την εργασία που εκδηλωνόταν στους ταξικούς αγώνες[11], την εντύπωση πως «η ζωή ξεκινά μετά τη δουλειά». Η απόσχιση της εργασίας απ’ τον κύκλο της ζωής σηματοδοτεί και τη σταδιακή οργάνωση της παραγωγής σε μια ξεχωριστή και αυτόνομη σφαίρα που αναπόφευκτα οδήγησε στην ανάδυση της «αγοράς εργασίας». Όμως, οι εξελίξεις στην άνοδο και την εδραίωση του νεωτερικού καπιταλισμού δεν πρέπει να επισκιάσουν αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια για τα δεδομένα της εποχής: τα όρια μεταξύ εργασίας και ζωής ήταν διακριτά[12].

Σήμερα, αντιθέτως, στον απόηχο της δεύτερης ατομικιστικής επανάστασης που γνώρισε ο πολιτισμός μας αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1960, τα πράγματα είναι ασφαλώς πολύ πιο σοβαρά: από τη ραγδαία εμπορευματοποίηση της κουλτούρας, την κυριάρχηση του ελεύθερου χρόνου από τη βιομηχανία της διασκέδασης, την ιδιωτικοποίηση και «υπαλληλοποίηση» της κοινοτικής ζωής υπό τη μορφή κοινωνικών υπηρεσιών μέχρι την εξάπλωση της κοινωνικής δικτύωσης και της κομπιουτεροποίησης των προσωπικών δεσμών, η διάκριση μεταξύ εργασίας και ζωής δεν τίθεται ακριβώς εξαιτίας της πολτοποίησης και της κοινοτοποποίησης όλων των κοινωνικών σχέσεων. Λογική του «melting pot», η αποξένωση και η αλλοτρίωση του ανθρώπου πολλαπλασιάζονται σε υπερθετικό βαθμό κάθε στιγμή της καθημερινότητας δημιουργώντας ένα κλίμα ρευστότητας, ελαστικότητας και αδιάκοπης κινητικότητας. Μέσα σ’ αυτή την αγχώδη ατμόσφαιρα της αβεβαιότητας, το animal laborans πλέον δεν εργάζεται για να ζει αλλά ζει για να εργάζεται. Δεν είναι η εργασία που ενσωματώνεται στον κύκλο της ζωής, μα η ζωή που ενσωματώνεται στον κύκλο της εργασίας, καθότι, όπως φαίνεται, μόνο διαμέσου της εργασίας έχει νόημα να ζει κανείς, μονάχα αν καταφέρει κάθε ατομική ύπαρξη να βυθιστεί στην αγορά εργασίας και να προσαρμόσει τη συμπεριφορά της στη φρενήτιδα της καριέρας και της επαγγελματικής ανόδου θα έχει αξία η ζωή, καθώς η εργασία είναι η αξία, η φαντασιακή πρωτο-αξία θέσμισης του υποκειμένου[13]. Υπ’ αυτή την έννοια μόνο τυχαίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ο εκθειασμός των «εμπειριών» από τις δομές της φεστιβαλικής μας κουλτούρας, όπου, ακριβώς επειδή η ορμή των οποίων δεν είναι παρά η αντανάκλαση του εγκλωβισμού της ζωής στην άμεση εμπειρία της επιβίωσης που συντηρείται μέσω του μόχθου, τελικά πρέπει να νοούνται ως εξευγενισμένες και φιλικές προς τον χρήστη μορφές μίμησης της εργασίας.

Οι δοξολογίες και οι πανηγυρικοί του υπερνεωτερικού καπιταλισμού όχι μόνο εντείνουν τις αντιφάσεις της εργασίας, αλλά συν τοις άλλοις τη μετασχηματίζουν από δικαίωμα σε προνόμιο. Η υποχώρηση του κοινωνικού ιδεώδους «εργασία και δίκαιος μισθός για όλους» δίνει τη σκυτάλη στην εξατομικευμένη λογική του «όσοι εργάζονται είναι προνομιούχοι», «βολεμένοι» και τυχεροί, επειδή τουλάχιστον «κάνουν κάτι». Η ειρωνεία της αυτονόμησης της οικονομικής ανάπτυξης απ’ την επιβίωση φαίνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στις μέρες μας με τη δημιουργία μιας εργασιακής κοινωνίας δίχως εργασία, με τη λατρεία του τοτέμ της εργασίας την ίδια στιγμή που το αντικείμενο του πόθου όλο και απομακρύνεται. Παρόλο που κατά γενική ομολογία τα ποσοστά της ανεργίας και της υποαπασχόλησης είναι εύφλεκτα, παρόλο που το μισθοδοτικό σύστημα, ο χρόνος εργασίας και τα όρια συνταξιοδότησης «απελευθερώνονται» απ’ την αναγκαιότητα και τα φυσικά όρια του ανθρώπινου οργανισμού, παρόλο που μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού σε όλες τις προηγμένες κοινωνίες αδυνατεί να σταθεροποιήσει την αναπαραγωγή του και μουρμουρά ενοχλημένα για την «κρίση», κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να εξεγερθεί ενάντια σ’ αυτό το ξεπέρασμα όλων των φραγμών, ώστε να επιβληθούν κάποια όρια· αντιθέτως όλο και περισσότεροι δείχνουν συμμορφωμένοι έως και ικανοποιημένοι από τη γενικευμένη ανικανοποίηση και τη διαρκή εντατικοποίηση των ρυθμών της ζωής, όλοι ανεξαιρέτως καταλήγουν να αντλούν μια υφέρπουσα ηδονή απ’ το «προνόμιο» της εργασίας – όχι απαραίτητα απ’ τη συγκεκριμένη ατομική εργασία που  επιτελούμε ο καθένας ξεχωριστά, αλλά μάλλον απ’ την ίδια τη γεγονότητα ότι επιτελούμε κάποια εργασία. Στον αιώνα που διανύουμε η εργασία δεν είναι ένα «πράγμα» το οποίο πρέπει να γίνει, αλλά ένα γεγονός που θέλουμε να «κάνουμε».

Αυτός ο εθισμός του ανθρώπου στην εργασία την ώρα που η τελευταία γίνεται το πιο σπάνιο εμπόρευμα της εποχής μας μπορεί να γίνει κατανοητός απ’ τα νέα εταιρικά ήθη που προτάσσουν οι επιχειρήσεις προσπαθώντας να διαμορφώσουν ένα είδος υπερσύγχρονων δουλοπάροικων: οι θριαμβολογίες γύρω απ’ την «ανακάλυψη» του ανθρώπινου παράγοντα ως σημαντικού κεφαλαίου για τη βελτίωση των πωλήσεων, η προσχώρηση της αισθητικής και του στιλ μέσα στην εταιρεία, η δημιουργία ενός άνετου, κλιματιζούμενου και διασκεδαστικού εργασιακού περιβάλλοντος, η διαδικασία της «gamification», της παιγνιοποίησης των παραγωγικών σχέσεων, η δια βίου μάθηση, το κλίμα φιλικότητας και η πεποίθηση πως όλοι ανεξαιρέτως από τους διευθυντές μέχρι τις καθαρίστριες είναι «συνεργάτες», η νοοτροπία των meetings του προσωπικού σημαίνουν τη θυσία του ατόμου ψυχή τε και σώματι στον βωμό της εργασίας[14]. Καθώς οι εποπτικοί μηχανισμοί της αποδοτικότητας διαπερνούν πλέον όλο τον ψυχισμό του υποκειμένου και δεν περιορίζονται μόνο στη σωματική δύναμη, το αποτέλεσμα είναι η «διανοητικοποίηση» της εργασίας που άγεται από έναν μανιερισμό περί «smartness», ώστε να συγκεντρώνεται μαζί με τη σωματική και η πνευματική ενέργεια του εργαζομένου στις υπηρεσίες της επιχείρησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιτελεστικότητα τεντώνεται μέχρι τα έσχατα όριά της με αποτέλεσμα οι υψηλά προϊστάμενοι να απαιτούν τα πάντα να γίνονται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, όσο το δυνατόν περισσότερα. Το άμεσο, βιαστικό και βραχυπρόθεσμο κέρδος, που τείνει να γίνει ο κανόνας λειτουργίας του νέου καπιταλισμού, καταργεί την ετεροχρονισμένη ικανοποίηση και την υπομονή και επιβάλλει την ηδονιστική ακαριαιότητα του multitasking, την εντύπωση ότι όλα μπορούν να γίνουν αμέσως, ότι τα κέρδη μπορούν να εκτινάζονται συνεχώς σε δυσθεώρητα ύψη – φυσικά πάντα με τα τμήματα ανθρωπίνων πόρων να προσδίδουν την ευγενική ονομασία «ανάληψη πρωτοβουλιών» σ’ αυτό τον εξοντωτικό παραλογισμό.

Αργά ή γρήγορα, ο εργαζόμενος καταλήγει όμηρος των ίδιων του των κινήτρων και του ομολογούμενου πάθους για αναρρίχηση στην κοινωνική πυραμίδα, η διάλυση της ταξικής συνείδησης και η επέκταση του ατομικισμού στην επαγγελματική ζωή λειτουργεί ως μηχανισμός κακοδιαχείρισης των υπαλλήλων. Αποτέλεσμα, ο καθένας να αισθάνεται σαν ατιμασμένος μονομάχος σε έναν οικονομικό πόλεμο όλων εναντίον όλων που εκτονώνεται στον πόθο για προαγωγή και για απόκτηση θέσεων εξουσίας. Η κατάρρευση του επαναστατικού συνδικαλισμού οφείλεται ακριβώς σ’ αυτή τη μετακίνηση από την υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων προς τη βιογραφική μέριμνα για την ιδιοτελή εξέλιξη του εαυτού[15]. Εφόσον διατείνεται πως η εργασία δεν εκφράζει τα συλλογικά συμφέροντα αυτών που την εκπροσωπούν, τότε παύει να συνδέεται και με το ωφελιμιστικό καθήκον συμμετοχής στο κοινωνικό αγαθό ή της εκπλήρωσης του ανθρώπινου ιδανικού της προόδου και της προκοπής· ανακυκλώνεται γύρω απ’ τον εαυτό, επιστρέφει σ’ αυτόν μέσω μιας υγειονομικής, αθλητικής και ψυχοθεραπευτικής μαγγανείας και πλαισιώνεται από new age επαγγελματικές πρακτικές, ομοιοπαθητικές, γυμναστήρια, δίαιτες, φάρμακα, πρότυπα ομορφιάς και μια βιομηχανία κοσμετολογίας, ώστε να δουλεύουμε διαρκώς με τον εαυτό μας, να είμαστε σε εγρήγορση και διαρκή άμυνα απέναντι στην αναλωσιμότητα και τις εφήμερες συμβασιακές σχέσεις που επιβάλλει η αγορά εργασίας και να φαινόμαστε μονίμως νέοι, δραστήριοι, όμορφοι, χαρούμενοι και πρόθυμοι για δουλειά. Άλλωστε, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε: η ζωή είναι δουλειά. Ως εκ τούτου, όσο πιο πολύ αυξάνεται η ποσότητα της καθημερινής απασχόλησης, τόσο περισσότερο αυξάνονται και οι υπόνοιες πως κάποιος είναι ζωντανός. Ομολογουμένως, εφόσον έχει διαμορφωθεί μια τέτοια κατάσταση, στο άλλο άκρο του ντοπαρίσματος και του workaholism, εκεί που κάνουν την εμφάνισή τους η υπερκόπωση και η ανεργία, παρατηρούμε ότι η έκλειψη της εργασίας συσχετίζεται με μια έκλειψη της ίδιας της ζωής, της αγωνίας να «επιζήσουμε» πάση θυσία, του απόλυτου κενού· η κατάθλιψη και η αυτοκτονία δείχνουν με τον πιο σπαρακτικό τρόπο τα απώτατα όρια αυτού του βιώματος.

III
Η κοινωνία της διαρκούς απασχόλησης

Οι λευκοί αποβιβάζονται! Κανόνια! Θα μας βαφτίσουν, θα μας
ντύσουν και θα μας βάλουν να δουλέψουμε

Αρθούρος Ρεμπώ

Αυτή η εξέχουσα θέση που καταλαμβάνει η εργασία σήμερα στο κοινωνικό φαντασιακό, η συνταύτισή της με τη ζωή στην ύψιστη κατάσταση, προλογίζει και το πέρασμα απ’ την κοινωνία πλήρους απασχόλησης στην κοινωνία διαρκούς απασχόλησης. Το όραμα της πλήρους απασχόλησης πάει στον παράδεισο μαζί με την εργατική τάξη, το μεταπολεμικό θαύμα του «welfare» ήταν ένα ευχάριστο τριακονταετές διάλειμμα. Έχουμε γυρίσει σελίδα απ’ τη φαινομενικότητα της κοινωνικής ειρήνευσης μέσω της οικονομικής ανάπτυξης για όλους. Στην εποχή που σημαδεύεται από την αποχαλίνωση του εκσυγχρονισμού και την καλπάζουσα εξατομίκευση της ύπαρξης, η μόνη συντεταγμένη που φαντάζει σαν προορισμός της κοινωνίας είναι η αέναη απασχόληση όσων αντέξουν, όσων μέσα σ’ αυτό τον συνολίζοντα πλέον ανταγωνισμό είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα προκειμένου να τα βγάλουν πέρα. Η μόνιμη εγκατάσταση σ’ έναν τόπο, οι οικογενειακοί δεσμοί, οι φιλίες μεταξύ των ανθρώπων, η ερωτική προσήλωση σε μια σχέση, η μέθεξη στα δημόσια πράγματα και όλες οι παραδοσιακές δομές που θα μπορούσαν να εγγυηθούν μακροπρόθεσμα πλάνα και όνειρα μιας ολόκληρης ζωής ή να διαμορφώσουν την προσωπικότητα και τον εσώτερο χαρακτήρα ενός ανθρώπου αποδυναμώνονται και καταρρέουν από τις επείγουσες επιταγές των ιδιωτικοποιήσεων, την απορρύθμιση της αγοράς και τη λογική των άμεσων και βραχυπρόθεσμων αποτελεσμάτων. Από τη στιγμή που ο εκσυγχρονισμός του καπιταλισμού σαρώνει όποια μορφή κοινωνικότητας μοιάζει παρωχημένη και «αρχαϊκή», τότε το μόνο που μοιάζει ικανό να γραπωθούν οι άνθρωποι είναι η απασχόληση: στο γραφείο, στην επικοινωνία, στα χόμπι, στην ενημέρωση, στη μάθηση, στις αυτοφωτογραφήσεις, στον ακτιβισμό, στη διασκέδαση, στον εθελοντισμό, στις οθόνες των υπολογιστών, στην κυριακάτικη βόλτα στα IKEA. Στον βαθμό που δεν υπάρχει κάτι ανώτερο απ’ τη ζωή, ένα όραμα που ν’ αξίζει να πεθάνει κανείς γι’ αυτό, το μόνο που απομένει είναι η ταυτολογική διάθεση της ζωής στον εαυτό της, η «ζωή για τη ζωή» σαν αυτοκαταλυτική διαδικασία, ο συνεχής μεταβολισμός της προκειμένου να επιτείνεται το μαρτύριο της επιβίωσης με την ελπίδα ότι αυτό το δαρβινικό κυνήγι της ευτυχίας έχει και ευτυχή κατάληξη, ότι μέσα σ’ αυτό το ομιχλώδες παρόν υπάρχει ένας τελικός προορισμός.

Στον διπλό έλικα της διαρκούς απασχόλησης, όσοι εμμένουν αποκλειστικά στον δραματικό περιορισμό της κοινωνικής πρόνοιας, την περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων και τη νεοφιλελεύθερη στροφή της οικονομίας λένε μονάχα τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αλήθεια κρύβεται πίσω απ’ την πρωτόγνωρη απελευθέρωση των λιβιδινικών δυνάμεων στην υπηρεσία της οικονομικής μεγαμηχανής, όπως αυτή εκφράστηκε σταδιακά μέσω της ανόδου της μετανεωτερικότητας και της έκρηξης μιας ναρκισσιστικής κουλτούρας η οποία έκτοτε δεν έχει σταματήσει να διογκώνεται και να προσανατολίζει το σύνολο των δομίζουσων σημασιών μέσα στις δυτικές κοινωνίες. Ο καπιταλισμός φτάνει σε επίπεδα κινητοποίησης όλων των συγκινήσεων και σπατάλης όλης της λιβιδινικής ενέργειας για τους σκοπούς της οργάνωσης της παραγωγής. Οι επιθυμίες, τα αισθήματα, οι πόθοι, η φαντασία, οι επικοινωνιακές ικανότητες, η σεξουαλικότητα, η γλώσσα, η αισθητική κρίση μετακινούνται στο επίκεντρο των εργασιακών σχέσεων, γίνονται προνομιακοί παράγοντες της παραγωγικής διαδικασίας, μεταμφιέζονται σε «ανθρώπινο κεφάλαιο». Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, ο χώρος εργασίας πλέον δεν μεθερμηνεύεται ως το αποστακτήριο της εκπόρνευσης της ανθρωπινότητας και της αλλοτρίωσης απ’ τον πραγματικό μας εαυτό μα το ακριβώς αντίθετο, ήτοι ως καταφύγιο δημιουργικότητας και αυτοπραγμάτωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η εργασία βιώνεται ως μια τροπικότητα εντός της οποίας είμαστε ο εαυτός μας στον μέγιστο δυνατό βαθμό[16]. Ε, λοιπόν, χωρίς αυτή την «οικειοποίηση» της εργασίας που κατέληξε στην αποθέωσή της, εφόσον πλέον θεωρείται το πιο ουσιώδες και «προσωποποιημένο» κομμάτι της ζωής μας, με τον μόχθο να έχει απωλέσει σταδιακά στις συνειδήσεις των ανθρώπων το στοιχείο του ξενιστή, θα ήταν αδύνατη η οικοδόμηση μιας κοινωνίας που βασίζεται στην απασχόληση, που μεταφράζει και διαμορφώνει όλες τις κοινωνικές σχέσεις και δραστηριότητες του ατόμου προς αυτή την κατεύθυνση.

Ας ρίξουμε μια ματιά στις επιπτώσεις: τα όρια μεταξύ εργασίας και ζωής, μεταξύ χρόνου απασχόλησης και ελεύθερου χρόνου γίνονται εύθραυστα· η δουλειά ξεκινάει το πρωί, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε τελειώνει μέσα στη μέρα, κανείς δεν ξέρει καν πότε τελειώνει ημερολογιακά, ποια ενδεχομένως τα ηλικιακά όρια μεταξύ παραγωγικού και μη παραγωγικού βίου, αν η ξεκούραση επιτρέπεται χωρίς να γεμίζει το άτομο με τύψεις την ίδια στιγμή που η καθιερωμένη μεσημεριανή σιέστα δείχνει να ανήκει οριστικά στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Τίποτα δεν δείχνει ικανό να σταματήσει αυτή την κούρσα, το μόνο που μετράει είναι το απογυμνωμένο ερώτημα «με τι ασχολείσαι». Οι εργαζόμενοι γίνονται πρώτη ύλη για τη συσσώρευση του κεφαλαίου όλη την ώρα: εκμετάλλευση non-stop, «σε ζωντανή σύνδεση», just in time, «σε κατάσταση αναμονής», διαρκώς on call και χωρίς καθυστερήσεις. Οι στόχοι τίθενται όλο και πιο ψηλά με αποτέλεσμα να απαιτείται η ενίσχυση της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητας σε διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Έχει αρχίσει να καλλιεργείται μια φαντασίωση ότι υπάρχουν συνεχώς αναξιοποίητες δυνατότητες που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες να χρησιμοποιηθούν για την αύξηση των κερδών. Δεν είναι τυχαίο που σήμερα στην αγορά εργασίας αυτό που κυκλοφορεί δεν είναι τόσο το «επάγγελμα» αλλά το «ταλέντο», η δυνητικότητα να μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε μας ζητηθεί και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες[17]. Οι εργαζόμενοι σήμερα οφείλουν να προσαρμόζονται σ’ αυτή την ανταγωνιστική λογική του υπερδραστήριου, του πρωταθλητή, του τροπαιούχου που είναι έτοιμος να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να δουλεύει χωρίς όρια.

Το gadget υπηρετεί ακριβώς αυτή τη φαντασίωση: από τη στιγμή που δεν συνδέεται με την αντικειμενικότητα ενός συγκεκριμένου πράγματος, αυτό σημαίνει ότι δεν προσφέρει μια αντικειμενική λειτουργία μέσω της παραγωγής και της χρήσης του αλλά την υπόσχεση της ατελεύτητης διεύρυνσης των ικανοτήτων μας μέχρι την τελική «παντοδυναμία». Αυτή λοιπόν η τεχνολογική παρωδία που χαρακτηρίζεται από «λειτουργική αχρηστία»[18] είναι ένα αξεσουάρ με wireless αλυσίδες, όπου όσο πιο εγκλωβισμένος και αιχμαλωτισμένος είναι κανείς στην ασχολία του τόσο πιο «απελευθερωμένος» αισθάνεται. Φορητοί υπολογιστές, smartphones, φωτογραφικές μηχανές, κάμερες, tablets, οθόνες: η σχετική και αντεστραμμένη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, η αποκεντρωμένη διανομή τους υπό τη μορφή του καταναλωτικού gadget επιτρέπει στο animal laborans να είναι μονίμως διαθέσιμο στις σχέσεις παραγωγής του πληροφοριακού, ενημερωτικού, πορνογραφικού, επικοινωνιακού, καλλιτεχνικού, θεαματικού συμπλέγματος της νέας οικονομίας. Οι συσκευές προσωπικής χρήσης από εργαλεία εργασίας γίνονται αντιληπτές ως κομμάτι ολόκληρης της ζωής. Και φυσικά όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς να απαιτείται κάποιου είδους πρόσληψη, η λαιμαργία για διαρκή απασχόληση είναι από μόνη της ικανή συνθήκη για τη γένεση ενός παγκόσμιου υποπρολεταριάτου που προσφέρει full-time και εθελοντικά τις υπηρεσίες του σ’ αυτή την οικονομική φούσκα. Ιδού το θαύμα της καπιταλιστικής τεχνικής: η απολύτρωση της εργασίας τη «μισθωτή σκλαβιά» πραγματώνεται σιγά σιγά μπρος στα μάτια μας, αν και μάλλον δείχνουμε να απέχουμε κατά πολύ από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Οι προφητείες του Μαρξ δικαιώνονται αλλά με εντελώς διεστραμμένο τρόπο, καθώς ενώ στο οριστικό διάζυγιο της απασχόλησης απ’ το επάγγελμα και τον μόχθο, όπου θα είναι «δυνατό για μένα να κάνω ένα πράγμα σήμερα κι άλλο αύριο, να κυνηγώ το πρωί, να ψαρεύω το απόγευμα, να φροντίζω τα ζώα το βράδυ, να κάνω κριτική μετά το δείπνο, όπως ακριβώς μου αρέσει χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός, ψαράς, βοσκός ή κριτικός»[19], o φιλόσοφος διέγνωσε τον ερχομό της κομμουνιστικής κοινωνίας, εμείς έχουμε να αντιμετωπίσουμε την επικράτηση μιας κοινωνίας μαζικού εθελοντισμού και ατελείωτων χόμπι[20].

Τα πράγματα, βέβαια, δεν σταματούν εδώ. Η κοινωνία της διαρκούς απασχόλησης είναι μια κοινωνία ανισορροπίας και ακραίων αντιφάσεων. Η εξατομίκευση του κοινωνικού χρόνου και η αποσύνδεσή του από τον αναγκαίο κατά κεφαλήν χρόνο εργασίας προκειμένου να υπάρχει δουλειά για όλους επηρεάζει τόσο τη διάρθρωση της κοινωνίας όσο και τη σύνθεση του ψυχισμού του ατόμου. Ως εκ τούτου, δεν είναι τυχαίο ότι διαρκής απασχόληση, κινητικότητα, ενεργητικότητα, ευελιξία και ηδονισμός συμπίπτουν με μια κατάσταση μαζικής ανεργίας, στασιμότητας, burn out, συλλογικής κατάρρευσης, αποεπένδυσης, απάθειας και αισθητηριακής αναιμίας[21]. Η ξέφρενη επιτάχυνση της ζωής μάς κατευθύνει παράλληλα σε μια κοινωνία πολικής αδράνειας και ενεργειακής ενδόρρηξης. Υπό τις επιταγές της διαρκούς απασχόλησης διαπιστώνουμε και την ταυτόχρονη απουσία οποιασδήποτε προοπτικής για εξασφαλισμένη εργασία με αποτέλεσμα η απόλυτη «ανεξαρτησία» του Εγώ να διαμορφώνεται μέσα από την προσωρινότητα, την παροδικότητα και την επισφάλεια. Απασχολούμενος σημαίνει «πανταχού παρών», ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος, free lancer, επιχειρηματίας του εαυτού. Αυτός ο εργασιακός habitus είναι και η αιτία που όλο και μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων, καθώς η υποαπασχόληση διογκώνεται και περιθωριοποιείται την ίδια στιγμή, εξαφανίζονται απ’ τον χάρτη του «ενεργού δυναμικού», τοποθετούνται πολύ πιο κοντά στο φάσμα της ανεργίας παρά της εργασίας και παράλληλα βαφτίζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην κολυμβήθρα της αχρηστίας προκειμένου να επανακαταρτιστούν από στρατηγικές δια βίου μάθησης και να αναζωογονήσουν τις δυνατότητες της αγοράς εργασίας[22].

Στις μέρες μας, οποιαδήποτε διακοπή ή οποιοδήποτε μπλοκάρισμα στην απασχόληση του ατόμου ευθύς αμέσως γίνονται αντιληπτά όχι με την εκδήλωση νευρωτικών συμπεριφορών αλλά με μια αίσθηση απώλειας του εαυτού. Όσο πιο πολύ εξελίσσεται αυτή η νέα πραγματικότητα και λαμβάνει χαρακτηριστικά κυρίαρχης κοινωνικής θέσμισης, τόσο εντείνονται οι ανασφάλειες, η ανεπάρκεια, η αυτοϋποτίμηση, τα άγχη και ένας σωρός ματαιώσεων που εκδηλώνονται μέσω ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, πολλαπλασιάζοντας παράλληλα τις ασθένειες ψυχικής υγείας από τις αϋπνίες, τη διάσπαση προσοχής και τη γενίκευση μορφών δυσλεξίας σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού μέχρι την εξουθένωση της αυτοπεποίθησης, τις κρίσεις πανικού και τις καταθλίψεις. Αυτή η πρωτοφανής κοινωνική έκπτωση δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις όψεις της δημόσιας ζωής. Η απορρόφηση του καθενός στις ασχολίες του, το κάλεσμα να την βρούμε με τον εαυτό μας, μεγαλώνει τις αποστάσεις της συνύπαρξης και του κοινοτικού ανήκειν. Στον κατοικήσιμο κόσμο πλέον περιφέρονται στρατιές αγχωμένων και μοναχικών υπάρξεων που, γι’ αυτό τον λόγο, μετά βίας ανταλλάζουν ένα βλέμμα μεταξύ τους, συνομιλούν, φλερτάρουν, απολαμβάνουν ο ένας τον άλλον μέσα στην αυθεντικότητά του και ακόμη περισσότερο συμπράττουν για έναν κοινό σκοπό. Είναι εμφανής, υπ’ αυτή την έννοια, η διαλεκτική συσχέτιση της εξουδετέρωσης του κοινωνικού χρόνου με την αδυναμία μας να δημιουργήσουμε και να μοιραστούμε έναν κοινό κόσμο με τους άλλους. Εφόσον η απασχόληση αγκαλιάζει ολόκληρο το εικοσιτετράωρο της ημερήσιας διάταξης, η αποξένωση απ’ τον κόσμο λαμβάνει ολοποιητικές διαστάσεις, εμποτίζει κάθε στιγμή της καθημερινής ζωής. Η αντικατάσταση της ιδέας της ανθρωπότητας ως κοινής υπόθεσης αφήνει στον σύγχρονο άνθρωπο ένα και μοναδικό αδιέξοδο μονοπάτι: την εμπορευματοποίηση όλης της ενέργειάς του προκειμένου να καταναλώνεται μέχρι τελικής πτώσεως. Όλα συνομωτούν στο να πρέπει να είναι μονίμως απασχολημένος με κάτι. Ίσως τελικά να είναι και ο μόνος τρόπος προκειμένου να ξεχνιέται και να ξεχνά την κοινωνική απουσία της ζωής υπό τον φόντο του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

IV
Για το ενδεχόμενο ξεπεράσματος των αντιφάσεων της εργασίας

Ας είμαστε τεμπέληδες σε όλα, εκτός από
τον έρωτα, το πιοτό και την τεμπελιά

Λέσινγκ

Οι φαντασιακές σημασίες που ενδύουν τη σύγχρονη εργασία μπορούν να περιληφθούν σε δυο κυρίαρχες τάσεις: αφενός, την επιθυμία να απαλλαγούμε απ’ αυτήν, να γίνουμε «κύριοι και κάτοχοι της φύσης» (Καρτέσιος)· αφετέρου, την ανάγκη να μετατρέψουμε τα πάντα σε εργασία που παράγει εμπορεύματα. Αντί για τον αέναο προσηλυτισμό των ανθρώπων σε έναν τεχνολογικό μεσσιανισμό απελευθέρωσης από την εργασία την ίδια στιγμή που διακαώς αναζητούμε τη διεύρυνσή της και αντιμετωπίζουμε κάθε πτυχή της ζωής ως «εργασία», το ενδεχόμενο ξεπέρασμα αυτής της αντίφασης προϋποθέτει μια πραγματική χειραφέτηση του ανθρώπου απ’ τον ζυγό της εργασίας. Και μιλώντας για πραγματική χειραφέτηση εδώ εννοείται όχι η ολική κατάργηση της εργασίας, που ίσως να συνιστά και το μόνο «ουτοπικό» στοιχείο του μαρξισμού, αλλά η τοποθέτησή της στη σφαίρα των αναγκαίων μεν ανθρώπινων δραστηριοτήτων που, όμως, θα διανέμεται με δίκαιο και ηθικό τρόπο, «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του».

Οι δυνατότητες των παραγωγικών δυνάμεων της εποχής μας και η εκτίναξη της παραγωγικότητας κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν φτάσει ήδη σε εκείνα τα επίπεδα, ώστε να υπάρξει μια δραστική και γενναία μείωση του χρόνου εργασίας, ένα γενικευμένο «φρενάρισμα» και μια επιβράδυνση των εργασιακών ρυθμών. Ομολογουμένως, αποτελεί σκάνδαλο που η υπέρβαση της σπάνης των αγαθών αντί να μειώνει την κοινωνικά αναγκαία εργασία, την αυξάνει συνεχώς δημιουργώντας εκρηκτικές συνθήκες για την κοινωνική ζωή, με την υπερεργασία και την ανεργία να συνθέτουν τους δυο πόλους των παραγωγικών σχέσεων. Και είναι ακριβώς αυτό το σημείο που θα πρέπει να έχει κατά νου η γενικευμένη επίθεση στη λατρεία της εργασίας: την αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων και την αναδιανομή της ιδιοκτησίας προς τους πολλούς. Φυσικά, ένα τέτοιο σύνολο κινήσεων απαιτεί την εμφάνιση και ενδυνάμωση της πολιτικής δράσης στο προσκήνιο, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος με τον εγκλωβισμό της κοινωνικής σύγκρουσης σε οικονομικές διεκδικήσεις και την επικυριαρχία του οικονομικού επί του πολιτικού ζητήματος. Σε τελική ανάλυση, αν υπάρχουν περιθώρια να εμπνευστούμε, αυτά είναι γραμμένα πάνω στο άγαλμα των Μαρξ και Ένγκελς στο Βερολίνο λίγο μετά την πτώση του Τείχους: beim nächsten mal wird alles besser, «την επόμενη φορά όλα θα πάνε καλύτερα».


[1] Όλος αυτός ο προβληματισμός για τους κραδασμούς που υπέστη το ζήτημα της εργασίας κατά το πέρασμα από την «κοινωνία των παραγωγών» στην «κοινωνία των καταναλωτών» αναλύεται διεξοδικά από τον Ζύγκμουντ Μπάουμαν, μεταξύ άλλων, στα έργα του Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι, μτφ. Κ. Δ. Γεωρμά, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2004 και Σπαταλημένες ζωές: οι απόβλητοι της νεοτερικότητας, μτφ. Μ. Καρασαρίνη, επιμ. Π. Ε. Λέκκα, Αθήνα, Κατάρτι, 2005.

[2] Ούλριχ Μπεκ, Κοινωνία της διακινδύνευσης: καθ’ οδόν προς μια άλλη νεωτερικότητα, μτφ. Η. Οικονόμου, επιμ. Ν. Πατινιώτη, Αθήνα, Πεδίο, 2015.

[3] Η εσωτερική κινητικότητα που οδηγεί από τις δεξαμενές των ανέργων στην αγορά εργασίας, παρ’ ότι αποδεικνύει την προσωρινότητα της κατάστασης «άνεργος» για αρκετούς ανθρώπους δεν εξηγεί παρά ταύτα τη δομική σύνθεση των τεχνολογικά προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών που κυριολεκτικά έχουν «κολλήσει» εδώ και δεκαετίες σε υψηλά ποσοστά ανεργίας. Τούτου λεχθέντος, είναι εμφανής η υπόθεση ότι δεν είναι πλέον η ανεργία ένα ενδιάμεσο διάλειμμα από τη μια θέση εργασίας σε μια άλλη, αλλά είναι μάλλον η εργασία το απαραίτητο διάλειμμα από μια ιδιάζουσα ημι-μόνιμη θέση ανεργίας. Πέραν της «ψυχολογικής ήττας» που έχουν να διαχειριστούν οι άνθρωποι στο ατομικό επίπεδο, η διόγκωση αυτής της δομικής δυσλειτουργίας οφείλεται στο φαινόμενο της «τεχνολογικής ανεργίας» όπου η αύξηση της παραγωγικότητας ανά ανθρωποώρα, που πηγάζει απ’ την ανάπτυξη της Τεχνικής, είθισται να εξαφανίζει θέσεις εργασίας. Το ζήτημα είναι ότι στη σημερινή εποχή η τεχνική συσσώρευση έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα που είναι αδύνατο να συμβαδίσει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στους ίδιους ρυθμούς με την επέκταση των αγορών. Κι αυτό φαίνεται απ’ το γεγονός ότι οι νέες τεχνολογίες, η πληροφορική, οι τηλεπικοινωνίες, η βιοτεχνολογία, δημιουργούν πολύ λιγότερες θέσεις εργασίας απ’ αυτές που καταστρέφουν. Το αποτέλεσμα είναι να μπορεί να απορροφηθεί μόνο μια αριστοκρατία με εξειδικευμένες γνώσεις στην παραγωγική δομή, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσουμε και την απροθυμία των ίδιων των θεσμών πολιτικής εξουσίας να παρέμβουν στην οικονομία και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας εξαιτίας και της ιδεολογικής επίθεσης που δέχονται απ’ τον νεοφιλελευθερισμό. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που, λαμβάνοντας αυτά τα δεδομένα υπόψη, όλο και περισσότερο γίνεται λόγος από αρκετές πλευρές για «το τέλος της εργασίας». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης συνιστά το βιβλίο του Τζέρεμι Ρίφκιν, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της: η δύση του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού και το χάραμα της μετά-την-αγορά εποχής, μτφ. Γ. Κοβαλένκο, επιμ. Ν. Κοτζιά, Αθήνα, Λιβάνης, 1996.

[4] Ο ισχυρισμός ότι έχουμε ξεπεράσει τη θεολογική πίστη που χαρακτήριζε την προτεσταντική και πουριτανική αστική κοινωνία και στη θέση της έχουμε αντικαταστήσει τη θεραπευτική πίστη που χαρακτηρίζει την ναρκισσιστική μαζική κοινωνία, ανήκει στον Φίλιπ Ριφ και τον Κρίστοφερ Λας. Βλ. Ενδεικτικά, Κρίστοφερ Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού: η αμερικανική ζωή σε μια εποχή μειούμενων προσδοκιών, μτφ. Β. Τομανά, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2008. Αυτό που ο αμερικανός ιστορικός υποστηρίζει είναι ότι η εργασία στον σύγχρονο κόσμο χάνει τον κοινωνικό της χαρακτήρα, δηλαδή τη σύνδεσή της με την ωφελιμότητα που κερδίζει η κοινότητα από τον μόχθο των μελών της ή ακόμη και με τον ρόλο του παιχνιδιού μέσα στην εργασία όπως φερ’ ειπείν ένας ρυθμικός καταμερισμός της εργασίας που προσέφερε το τραγούδι κατά τον θερισμό, και καταλήγει να αφορά κυρίως στο άτομο. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την διακύμανση της κουλτούρας έπαιξε και η γραφειοκρατική διόγκωση της παραγωγής, όπου απ’ την κοινωνία των μικροϊδιοκτητών και των εμπόρων ξαφνικά η ανθρωπότητα ήρθε αντιμέτωπη με επιχειρηματικούς κολοσσούς, γεγονός που οδήγησε στην αλλαγή της οργάνωσης της παραγωγής, οπότε και η ορθολογική «εξειδίκευση» του εργαζομένου στο να διεκπεραιώνει μια ολοένα και πιο περιορισμένη κλίμακα ενεργειών για την παραγωγή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, τον αποξένωσε σταδιακά απ’ τον κόσμο του.

[5] Μαξ Βέμπερ, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μτφ. Μ. Κυπραίου, επιμ. Β. Φίλια, Αθήνα, Gutenberg, 2006.

[6] Ο Marshall Sahlins, στο μνημειώδες έργο του Stone Age Economics [Οικονομικά της λίθινης εποχής] (Σικάγο, Aldine – Atherton, 1972), ισχυρίστηκε ότι στους πολιτισμούς της λίθινης εποχής οικονομία, από δομική άποψη, δεν υπάρχει. Αν λοιπόν το πρόβλημα της σπάνης, σύμφωνα με τις προσταγές του σοσιαλιστικού οράματος, θα επιλυθεί τη στιγμή που η οικονομία θα καταργηθεί ως αυτόνομη σφαίρα της κοινωνικής ζωής και ο homo oeconomicus θα παραχωρήσει τη θέση του στον homo hominus, τότε η λίθινη εποχή ήταν η πρώτη περίοδος που χαρακτηρίστηκε από την κατάσταση της αφθονίας. Και αυτό το φαινόμενο είναι δύο συνήθως οι οπτικές που προσπαθούν να το ερμηνεύσουν: η πρώτη, εθνοκεντρική στις καταβολές της, αρθρώνει, σύμφωνα με τον Pierre Clastres, έναν λόγο περί «έλλειψης» μιλώντας για κοινωνίες «χωρίς Κράτος», «χωρίς οικονομία», «χωρίς επιστήμη», «χωρίς τεχνολογία»· η δεύτερη, αναγνωρίζοντας πως υπάρχει πάντα κάτι μέσα στην απουσία, η οποία προμηνύει ενδεχομένως το ξεπέρασμα μιας κατάστασης ή την αντίσταση σ’ αυτήν, διαβεβαιώνει πως τελικά πρόκειται για κοινωνίες «ενάντια στο Κράτος» ή «ενάντια στην οικονομία».

[7] Πάνω σ’ αυτές τις παρατηρήσεις, το έργο της Άρεντ Vita Activa παραμένει αξεπέραστο. Βλ. Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita activa), μτφ. Γ. Λυκιαρδόπουλου, Στ. Ροζάνη, Αθήνα, Γνώση, 2009.

[8] Λέγοντας «ενδιαμέσες αλλοιώσεις» εννοείται ότι αν και, για παράδειγμα, η εργασία στις μέρες μας εμπνέεται από μια κουλτούρα εξατομίκευσης και δεν συνδέεται με την αρετή της προόδου ή δεν αποβλέπει σε μια εγγενή αλληλεγγύη των εργαζομένων προς έναν κοινωνικά ωφέλιμο σκοπό δεν αναιρεί το γεγονός ότι συνιστά πυρηνική φαντασιακή σημασία της καπιταλιστικής κοινωνίας.

[9] Βλ. ενδεικτικά Κορνήλιος Καστοριάδης, «Σκέψεις πάνω στην “ανάπτυξη” και την “ορθολογικότητα”», Οι χώροι του ανθρώπου, μτφ. Ζ. Σαρίκα, επιμ. Μ. Κυρτζάκη, Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 2007, σσ. 11-56 και Κορνήλιος Καστοριάδης, Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, μτφ. Κ. Σπαντιδάκη, Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1999.

[10] Ως «δικαίωμα στην επιβίωση» εννοείται το άτυπο πλέγμα αλληλεγγύης, αυτοπροστασίας και αμοιβαιότητας μιας κοινότητας με σκοπό να παρέχει τα απαραίτητα αγαθά στα μέλη της, ώστε να μπορούν να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες. Μερικές μορφές θεσμικής έκφρασης αυτού του δικαιώματος μπορούμε να διακρίνουμε, μεταξύ άλλων, στον τρόπο λειτουργίας των ενοριών που επιφορτίζονταν με αυτό το έργο, στις διάφορες τελετουργίες αναδιανομής από το potlatch μέχρι τη συλλογική κατανάλωση τροφής στις γιορτές της κοινότητας, ή ακόμα και στους αναδασμούς της γης. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα των μετασχηματισμών της κοινωνικής ζωής εξαιτίας της άρσης του δικαιώματος στην επιβίωση, το έργο του Κάρλ Πολάνυι, Ο μεγάλος μετασχηματισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας, μτφ. Κ. Γαγανάκη, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2007, είναι αρκετά διαφωτιστικό.

[11] Απόδειξη αυτής της κατάστασης είναι η πολιτική συνείδηση του προλεταριάτου του 18-19ου αιώνα καθώς και οι μορφές έκφρασης της ταξικής πάλης: απ’ τον πυροβολισμό των ρολογιών, το σπάσιμο των μηχανών, τον ξυλοδαρμό των επιστατών, τις στάσεις εργασίας μέχρι τα απεργιακά ξεσπάσματα, τις καταλήψεις των εργοστασιακών χώρων και το σαμποτάζ της παραγωγής ο σκοπός ήταν να σταματήσει η εργασία και η αποκτήνωση που αυτή επιφέρει. Και υπ’ αυτή την έννοια δεν είναι διόλου τυχαίο ή συγκυριακό όπου τα πιο κεντρικά αιτήματα του προλεταριάτου ξεκινούσαν από τη μείωση του εργάσιμου χρόνου και κατέληγαν στην κατάργηση της μισθωτής εργασίας.

[12] Βλ. Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος, εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Β. Τομανά, επιμ. Β. Τομανά, Σκόπελος, Νησίδες, 1994.

[13] Anne Godignon και Jean-Louis Thiriet, “The Rebirth of Voluntary Servitude” [Η αναγέννηση της εθελοδουλείας], New French Thought: Political Philosophy, μτφ. αγγλικά Lisa Maguire, επιμ. Mark Lilla, Πρίνστον, Princeton University Press, 1994, σσ. 226-231.

[14] Μερικές παραπλήσιες επισημάνσεις θα μπορούσε να αναζητήσει κάποιος στο Ζιλ Λιποβετσκί, Το λυκόφως του καθήκοντος: η ανώδυνη ηθική των σύγχρονων δημοκρατικών αρχών, μτφ. Β. Μηγιάκη, επιμ. Δ. Ποταμιανού, Αθήνα, Καστανιώτης, 1999.

[15] Μια συγκριτική αντιπαράθεση των ταινιών La classe operaia va in Paradiso [Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο] του Elio Petri (1971) και Deux jours, une nuit [Δυο μέρες, μια νύχτα] των αδερφών Dardenne (2014) -ταινίες που ούτως ή άλλως τις χωρίζει μια χρονική απόσταση τεσσάρων δεκαετιών, απόσταση ικανή ώστε να αντικατοπτρίσει τη θύελλα των πραγματικών αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις- θα ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική, αλλά και παιδαγωγικού χαρακτήρα για την κατανόηση του περάσματος από τους εργατικούς αγώνες στον επαγγελματικό ατομικισμό. Ενώ στην Εργατική τάξη, η επίμαχη προβληματική και το κεντρικό θέμα της ταινίας είναι οι, μέσα από δημόσια συλλογικά όργανα και πολιτικές μάχες, εσωτερικές τριβές και αντιπαραθέσεις εργατών, συνδικαλιστών, χαρτογιακάδων, αριστεριστών φοιτητών και λοιπών επαναστατικών γκρουπούσκουλων πάνω στο κομβικό ζήτημα της «χειραφέτησης της εργατικής τάξης στο σύνολό της», στην Δυο μέρες, μια νύχτα, αντιθέτως, η κεντρική κινηματογραφική φιγούρα είναι μια καταθλιπτική απολυμένη που απολύθηκε από τη συνέλευση των εργαζομένων, ώστε οι τελευταίοι να πάρουν σε μορφή bonus τους μισθούς που θα κέρδιζε η εταιρεία, και η οποία πρωταγωνίστρια αναλαμβάνει μέσα από ιδιωτικού τύπου προσωπικές συναντήσεις με τους «συναδέλφους» της, μοναχικά και οικτίροντας τη λύπησή τους στο να ανακαλέσουν την απόφασή τους, ώστε να μην χάσει τη δουλειά της.

[16] Αυτές οι παρατηρήσεις προέρχονται κυρίως από το έργο του γνωστού ιταλομαρξιστή Franco “Bifo” Berardi, The Soul at Work: From Alienation to Autonomy [Η ψυχή στην εργασία: από την αλλοτρίωση στην αυτονομία], μτφ. αγγλικά Francesca Cadel και Giuseppina Mecchia, Λος Άντζελες, Semiotext(e), 2009.

[17] Βλ. Ρίτσαρντ Σένετ, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού, μτφ. Τ. Παπαϊωάννου, Αθήνα, Σαββάλας, 2008. Φρονώ ότι δεν είναι εκτός θέματος το γεγονός ότι ο Ζακ Ελλύλ αναφέρει στο Τεχνικό Σύστημα (μτφ. Γ. Ιωαννίδη, επιμ. Κ. Κωνσταντίνου, Αθήνα, Εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, 2012) «την αντικατάσταση των επαγγελμάτων από θέσεις εργασίας» και ότι συνδέει την εξαφάνιση των επαγγελμάτων με την ανάληψη όλων των νευραλγικών ενεργειών και δραστηριοτήτων εντός της παραγωγής από το τεχνικό σύστημα. Γιατί, αν αφαιρέσουμε απ’ το κάδρο τον στρατό των προγραμματιστών και όλους όσοι κατέχουν μια αρκετά εξειδικευμένη γνώση πάνω στη λειτουργία ενός τμήματος του τεχνικού συστήματος, είναι ακριβώς αυτή η υποβάθμιση της πρακτικής σοφίας ενός επαγγέλματος, της συντεχνιακής συνοχής των μελών του και της μετεξέλιξης της χειροτεχνικής εργασίας και της μαστοριάς σε «δακτυλογραφική» εργασία που δημιουργεί μια τόσο νεφελώδη αγορά εργασίας η οποία απαιτεί όλο και πιο αφηρημένες ικανότητες: ο ευχάριστος χαρακτήρας, οι οργανωτικές δεξιότητες, η διάθεση, το χαμόγελο, οι επικοινωνιακές ικανότητες και όλες εκείνες οι πινελιές ψυχικής κάθεξης που θα λειτουργήσουν ως τελετουργίες μετενσάρκωσης ενός εμπορεύματος σε συνολική κοινωνική παροχή.

[18] Βλ Ζαν Μπωντριγιάρ, Η καταναλωτική κοινωνία: οι μύθοι της, οι δομές της, μτφ. Β. Τομανά, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2005, σ. 125.

[19] Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική ιδεολογία (τομ. Α’), μτφ. Κ. Φιλίνη, Αθήνα, Gutenberg, 1997, σ. 78.

[20] Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita activa), ό.π., σ. 164.

[21] Πάνω στο ζήτημα της επιτάχυνσης και εξουδετέρωσης του κοινωνικού χρόνου, ο αναγνώστης μπορεί να εμπιστευτεί τις παρατηρήσεις στο κείμενό μου «Κοινωνική επιτάχυνση και πολική αδράνεια», Respublica.gr, 09-05-2015.

[22] Αυτό μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό αν εξετάσουμε από κοντά τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων: όταν ο χρονικός ορίζοντας που η μέση επιχείρηση χρειάζεται εργαζομένους προκειμένου να παράξει ένα αγαθό ή να πουλήσει μια υπηρεσία μειώνεται δραματικά και η αναλωσιμότητα γίνεται το σημείο εκκίνησης μιας συμβασιακής σχέσης, τότε η «ανεπάρκεια των προσόντων» θεωρείται ευθύς εξαρχής δεδομένη, ενώ παράλληλα αυτός ο τύπος οργάνωσης των σχέσεων παραγωγής, με τη διαρκή αλληλοδιαδοχή των αποχωρήσεων στις τάξεις του προσωπικού, ευνοεί ως και επιβάλλει τις στρατηγικές της φυγής και της κινητικότητας αντί της ταξικής πάλης με σκοπό τη διατήρηση των θέσεων εργασίας από τους εμπλεκόμενους και την εργασιακή μονιμότητα.